engraved past participle, past tense of en·grave (Verb)

1. Cut or carve (a text or design) on the surface of a hard object

2. Cut or carve a text or design on (such an object).

3. TATTOOED


cir·cus  /ˈsərkəs/ (Noun)

1. A traveling company of acrobats, trained animals, and clowns that gives performances,

typically in a large tent, in a series of different places


 


Το Engraved Circus Tattoo Parlour είναι ένας διαφορετικός χώρος στην περιοχή του Ζωγράφου που πληρώντας τις πλέον αυστηρές προδιαγραφές ασφάλειας και υγιεινής, δημιουργήθηκε για να σας προσφέρει υπηρεσίες δερματοστιξίας.